Δεξιοομαι

Δεξιόομαι
Επικ. γ΄ πληθ. δεξιόωνται όπως αν προερχόταν από δεξιάομαι, μελ. -ώσομαι, αορ. α΄ ἐδεξιωσάμην, αποθ. (δεξιά), χαιρετώ κάποιον με το δεξί χέρι, καλοσωρίζω, με αιτ. προσ., σε Αριστοφ., Ξεν. Με δοτ. Προσ., δεξιοῦσθαι θεοῖς, υψώνω το δεξί μου χέρι προς τους θεούς, αποτίνω φόρο τιμής σε αυτούς, σε Αισχύλ., με αιτ. πραγμ., ἄμυστιν δεξιούμενοι, χαιρετίζουν κάποιον με το σήκωμα γεμάτων ποτηριών.


Δεξίωσις, -εως, ἡ (δεξιόμαι), χειραψία, ασπασμός, χαιρετισμός, Λατ. ambitus, σε Πλουτ.

Το διαβάσαμε από την Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας, Τόμος 2 Δ - Ζ
Liddell & Scott
Σελίδα 20

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις