ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΩΣ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ

   Η Λυδία Λίθος της κρίσεως των φυλών είναι ο εξ αυτών δημιουργούμενος π ο λ ι τ ι σ μ ό ς. Ο πολιτισμός, ως γνωστόν, είναι προϊόν συλλογικόν, προέρχεται δηλαδή από κοινωνίας και είναι ανάλογος του εσωτερικού δυναμισμού των. Η αξιολόγησις, λοιπόν, των φυλών γίνεται με κριτήριον την ικανότητά των να παράγουν πολιτισμόν. Κατ’ αυτόν δε τον τρόπον διακρίνομεν τρία είδη, τρεις βασικάς κατηγορίας φυλών: Τας ανωτέρας, τας μεσαίας και τας κατωτέρας.
   Εις την κατηγορίαν των ανωτέρων κατατάσσονται όσαι φυλαί μπορούν να δημιουργήσουν ιδικόν τους πολιτισμόν. Εις την κατηγορίαν των μεσαίων συγκαταλέγονται όσαι δεν κατορθώνουν να δημιουργήσουν ιδικόν τους πολιτισμόν, αλλά είναι εις θέσιν να αφομοιώσουν ένα ξένο, και, τέλος, η κατηγορία των κατωτέρων φυλών περιλαμβάνει εκείνας, που είναι ανάξιαι προς αφομοίωσιν και πολύ περισσότερον προς παραγωγήν ενός πολιτισμού και μιας τεχνολογίας.
   Εάν εχρειάζετο να μετατοπισθώμεν εις πρακτικήν εφαρμογήν των προαναφερθέντων, αμέσως διαπιστούται κατηγορηματικώς, ότι εν σχέσει προς την Λευκήν φυλήν αι υπόλοιποι όλαι είναι κατώτεραι. Οπωσδήποτε, σημειούται ότι μεταξύ της ανωτέρας Λευκής φυλής υπάρχουν φύλα (ιδιαίτεραι ομάδες εντός του αυτού φυλετικού κύκλου) περισσότερον ή ολιγώτερον ανεπτυγμένα. Επί του προκειμένου η ανομοιομορφία εξελίξεως οφείλεται εις ωρισμένας συνθήκας του περιβάλλοντος, αι οποίαι επέδρασαν δυσμενώς ή ευμενώς εις την εξωτερίκευσιν των φυλετικών ιδιοτήτων.
   Είναι αυτονόητον ότι εκεί όπου οι όροι ζωής, το κλίμα, η γεωγραφική θέσις της χώρας, το πολίτευμα κλπ. ηυνόουν την εκδήλωσιν των φυλετικών ιδιοτήτων, επραγματοποιήθη γρηγορώτερον και πληρέστερον η πολιτιστική πρόοδος, εν συγκρίσει προς άλλα μέρη, όπου ναι μεν κατώκουν ομόφυλοι, αλλά αι εξωτερικαί συνθήκαι ζωής ήσαν τοιαύται, ώστε ημπόδισαν την καθώς έπρεπε εμφάνισι των ιδιοτήτων της φυλής.
   Πάντως δεν παραλείπομεν να διευκρινίσωμεν ότι εκείνοι οι, δια τους λόγους που εξεθέσαμεν, καθυστερημένοι ομόφυλοι αφομοιώνουν πάραυτα τον μεταδιδόμενον πολιτισμόν και είναι ικανοί να τον προχωρήσουν, διότι είναι πλασμένοι από το ίδιο βιοσυστατικό με τους δημιουργούς του.
Κλασσικόν παράδειγμα κατωτέρας φυλής αποτελούν οι Ινδιάνοι, οι οποίοι και ιδικόν τους πολιτισμόν δεν διαθέτουν, αλλά ούτε κάποιον ξένο επέτυχον να αφομοιώσουν.
   Οι Μαύροι γενικώς είναι επιδεκτικοί μεταδόσεως πολιτισμού, αλλά τελείως ανίκανοι να τον αναπτύξουν περαιτέρω, διότι κάτι παρόμοιον προϋποθέτει δύναμιν πολιτιστικής παραγωγής την οποίαν οι Μαύροι στερούνται παντελώς.
   Οι Κίτρινοι, και αυτοί εν σχέσει προς τους Λευκούς, είναι υποδεέστεροι, αλλά συγκρινόμενοι με τας λοιπάς φυλάς υπερτερούν.
   Ομιλούντες όμως περί Λευκών, Μαύρων και Κιτρίνων επιβάλλεται χάριν της ακριβολογίας να επεξηγήσωμεν ότι το χρώμα της επιδερμίδος δεν συμβολίζει ένα δευτερεύον εξωτερικόν διακριτικόν μεταξύ των φυλών, ασύνδετον προς συγκεκριμένα εσωτερικά γεγονότα. Το χρώμα της επιδερμίδος δέον όπως εκληφθή ως γενικόν δηλωτικόν της ουσιαστικής διαφοράς των φυλών, αλλά μόνο αυτό καθ’ εαυτό λαμβανόμενον δεν είναι απόλυτον αποδεικτικόν φυλετικής υπεροχής. Δια να είναι έτσι πρέπει να συνδυάζεται και με άλλα ψυχοσωματικά δεδομένα.
   Η φυλή, κατά συνέπειαν, γίνεται παραδεκτή υπό του εθνικισμού, ως βασικός φορεύς και δημιουργικός όρος του πολιτισμού, ο οποίος ως έκφρασις της φυλετικής ζωτικότητος αξιολογεί την φυλή.
 


Βιβλίο: Κοινωνιολογία
Συγγραφέας: Κ. Πλεύρης
Εκδόσεις: ΗΛΕΚΤΡΟΝ
Σελίδες:  87 – 89

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις