ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΚΑΙ ΗΡΩΩΝ ΑΙΜΑ

   Ὁ Παῦλος Μελᾶς σκοτώθηκε στη Στάτιστα τῆς Μακεδονίας ἕνα βράδυ τὸ φθινόπωρο τοῦ 1904.
   Καὶ οἱ Ἕλληνες ξύπνησαν.
   Γιατί ξύπνησαν τώρα μόνο; Ἐπειδὴ εἶναι τυφλοὶ καὶ μικροί. Σπίθες κοντὲς εἶναι οἱ στιγμὲς ποὺ ξυπνοῦν καὶ νοιώθουν τὴ μετριότητα ποὺ βαραίνει ἐπάνω τους. Σπίθα εἶναι ὅταν λέγουν:
   – Ὤ, τί ἀνυπόφορη ποὺ εἶναι ἡ μετριότητά μου!
   Τέτοια μιὰ σπίθα τοὺς ἄναψε ὁ Παῦλος Μελᾶς. Ὅσοι συνιθίζουν νὰ συλλογίζονται, ἂς στοχασθοῦν πόσο μεγαλύτερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους Ἕλληνες ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁ Παῦλος Μελᾶς γιὰ νὰ καταφέρη νὰ τοὺς ἀνάψη. Καὶ μὲ τὴ σπίθα ποὺ ἄναψε στὸν καθένα, πολλοί, ποὺ ἧταν τυφλοὶ ὣς τότε, εἶδαν.
   Ἔτριψαν τὰ μάτια τους κάπως ξιππασμένοι καὶ εἶπαν μέσα τους, γιατὶ ντρέπουνταν νὰ τὸ διαλαλήσουν:
   – Ὥστε ὑπάρχει Μακεδονία, ἀφοῦ πῆγε ὁ Παῦλος Μελᾶς καὶ σκοτώθηκε γι΄ αὐτή!
Καὶ ἄλλοι ἐσυμπέραναν:
   – Ὥστε βρίσκονται ἀκόμα μετὰ τὸ 1897 ἀξιωματικοὶ σστὸ στρατό, καὶ ζωὴ στὸ Ἔθνος! Λοιπὸν Ζήτω τὸ Ἔθνος!
   Ἄντρες, γυναίκες καὶ παιδιά, γέροντες καὶ νέοι, γνωστοί καὶ ἄγνωστοι, συνταράχθηκαν ἔξαφνα, μιὰ στιγμή, καὶ ἀνατρίχιασαν. Καὶ ἔκλαψαν γυναῖκες καὶ κορίτσια, γέροντες δάκρυσαν, ἄντρες κουνήθηκαν, καὶ τὰ παιδιά, τὰ Ἑλληνόπουλα τοῦ κόσμου ὅλου ἔγιναν μιὰν ὥρα ποιητὲς καὶ πόθησαν νὰ τραγουδήσουν. Καὶ ὁ πόθος τους ἦταν φλόγα γιὰ κάποιο μεγαλεῖο. Ἡ σπίθα ὅμως τῶν περισσοτέρων ἀποκάηκε, ἔσβησε, γίνηκε στάχτη.

   Ἀκούσετε, Ἑλληνόπουλα! Τὶς ἁμαρτίες τῶν γερόντων μας καὶ τὶς δικὲς μας ἁμαρτίες, τὶς φορτώθηκε ὁ Παῦλος Μελᾶς, καὶ παθαίνουνταν καὶ ὑπόφερνε γι΄ αὐτές, ἐνῶ δὲν ἧταν ἄξιος γιὰ τέτοια τιμωρία. Οἱ λίγοι καῖ οἱ μετρημένοι παθαίνονται γιὰ τὶς ἀμαρτίες τῶν πολλῶν, παλιὲς καὶ νέες, καὶ τὶς φορτώνονται ὅλες γιατὶ δὲ φοβοῦνται ξένα βάρη, δὲ φοβοῦνται καμμιὰν εὐθύνη, καὶ ἀντί νὰ κουμοῦνται, κουνιοῦνται καὶ τολμοῦν. Ἅμα νοιώσουν, πεισθοῦν καὶ πιστέψουν πὼς πρέπει νὰ γίνη κάτι, τὸ ἀναλαμβάνουν, δὲ θὰ σταματήσουν πιὰ ὣς τὸ θάνατο. Στιγμὲς ὀλιγοψυχίας θὰ νοιώσουν ἴσως, καὶ κούραση καὶ λύπη καὶ ἀηδία, ἀλλὰ ἐπειδὴ προβλέπουν πὼς τὸ ἔργο τους μπορεῖ καὶ τὴ ζωή τους νὰ πάρη, δυσκολίες δὲ βλέπουν, ἐμπόδια δὲ γνωρίζουν, καὶ τίποτα δὲ θὰ τοὺς σταματήση. Καὶ ἂν στὸ δρόμο τους τύχουν ἐμπόδια τέτοια ποὺ ζητοῦν τὴ ζωὴ ἐνὸς ἀνθρώπου, θὰ δώσουν τὴ ζωή τους.
   Σὲ σᾶς στρέφομαι, παιδιὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀγαπημένα Ἑλληνόπουλα, καὶ σᾶς ἐξορκίζω – ἂν ἔχετε νὰ ξοδέψετε ἐνέργεια, ἂς εἶναι καὶ μέτρια, ἂν ἔχετε νὰ κάψετε τίποτε περισσότερο ἀπὸ σπίθες ἁπλὲς ἐνθουσιασμό – μὴ λησμονῆτε ποτὲ τὸ θάνατο τοῦ Παλληκαριοῦ, ἀλλὰ πρὸ πάντων μὴ λησμονῆτε ποτὲ τὴ ζωή τοῦ, τὸν ἐνθουσιασμό του δηλαδὴ καὶ τὴ δύναμη καὶ τὴν τόλμη, μὴ λησμονῆτε καὶ τὴν ἰδέα ποὺ γιὰ κείνη δούλεψε καὶ ὑπόφερε, οὔτε τὴν πανώρια χώρα ὅπου ἐσκοτώθη, γιατὶ καὶ ἡ ἰδέα ἐκείνη καὶ ἡ χώρα θέλουν πολλούς ἀκόμα Ἥρωες.


   Νὰ ξέρετε πὼς ἂν τρέξουμε νὰ σώσουμε τὴ Μακεδονία, ἡ Μακεδονία θὰ μᾶς σώση. Θὰ μᾶς σώση ἀπὸ τὴν βρώμα ὅπου κυλιόμαστε, θὰ μᾶς σώση ἀπὸ τὴ μετριότητα καὶ ἀπὸ τὴν ψοφιοσύνη, θὰ μᾶς λυτρώση ἀπὸ τὸν αἰσχρὸ τὸν ὕπνο, θὰ μᾶς ἐλευθερώση. Ἂν τρέξουμε νὰ σώσουμε τὴ Μακεδονία, ἐμεῖς θὰ σωθοῦμε!

   Φαντάζομαι, φυτρώνοντας νέα γενεὰ Ἑλλήνων – τὴ γενεὰ σας Ἑλληνόπουλα, ἂν θέλετε – μεγαλωμένη στὰ αἵματα, θρεμμένη μὲ πολέμους, μεθυσμένη ἀπὸ κινδύνους, γενεὰ ζωντανῶν, γενεὰ τολμηρῶν, γενεὰ ἀτρόμητων, χυμίζοντας κατὰ τὸ φῶς ἑνός γλυτωμοῦ.


ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ ΕΡΓΑ Α΄ / ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΚΑΙ ΗΡΩΩΝ ΑΙΜΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ: ΠΡΟΛΟΓΟΣ (τοῦ συγγραφέα)
Σελ.: 297 – 298
Εκδόσεις: ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ

Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το βιβλίο ΕΔΩ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις