ΤΟ ΥΣΤΑΤΟ ΧΑΙΡΕ


   
   Κατά την κηδεία του Ιωάννη Μεταξά, ο νέος πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κοριζής του απέδωσε τον ύστατο χαιρετισμό:

   «Συνηγμένοι γύρω σου, όπως άλλοτε, Αρχηγέ, θα σταθώμεν τώρα βαρυπενθείς και με γονυπετή την ψυχή δια να Σου αποδώσομεν τον τελευταίον χαιρετισμόν. Φεύγεις προς τους μακρυνούς τόπους των άγνωστων κόσμων όπου δεν υπάρχει λύπη και στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος και καταλείπεις τον στεναγμόν και την λύπην εις την Ελλάδα ολόκληρον. Και είναι τόσο βαθύς ο στεναγμός, και τόσον βαρειά η λύπη, όσον είναι τρομακτικής εκτάσεως το κενόν που μας αφήνεις. Διότι δεν υπήρξες ο απλός Πρωθυπουργός ο άλλους διαδεχθείς και τον οποίον άλλοι διαδέχονται. Υπήρξες μέγα, λαμπρόν, εκτυφλωτικόν φως και – αλλοίμονον – μικράς διαρκείας μετέωρον. Την στιγμην αυτήν όπου είσαι μαζί μας, όπου κλείοντες τους οφθαλμούς και αφήνοντες την σκέψι να ταξιδεύει, νομίζωμεν ότι πάλι θα ορθωθείς μεταξύ ημών ως προθεσμία ύστατη, πρωτού Σε παραδώσωμεν εις την γην αυτήν της Ελλάδος, την γην την οποίαν τόσο ηγάπησες, υπέρ της οποίας νέος επολέμησες με το ξίφος, την οποία αργότερα υπεράσπισες με την Σκέψιν Σου και την οποίαν έσωσες με το θάρρος Σου χθες, την στιγμήν αυτήν, επίτρεψε Αρχηγέ, να στραφώμεν προς το ευτυχές παρελθόν, να ενθυμηθώμεν Εσέ, τα έργα Σου, την ζωή Σου:

   Επιτελής των ενδόξων Βαλκανικών πολέμων, στρατιωτικός σύμβουλος ιστορικών κυβερνήσεων, έξω της Ελλάδος εις ώρας κρισίμους, διαχειριστής σημαντικών εθνικών συμφερόντων, αρχηγός του Επιτελείου, προετοιμάζων τον στρατόν δια τον πόλεμο με με βαθυτάτην σοφίαν, απεσύρθεις τελικώς του στρατού, όταν διπλαί και τριπλαί διαφωνίαι επί σημαντικών θεμάτων ζηρτημάτων Σε έφεραν εις αντιγνωμίαν με τους διοικούντας το κράτος και έλαβες την απόφασιν όπως αναμιχθείς με την πολιτικήν δια να προσφέρεις εκείθεν των δυνάμεών Σου εις την Πατρίδα. Δια να ανέλθεις όμως εις την θέσιν του Κυβερνήτου, η οποία αργίτερον μάθαμε πόσον δικαιωματικώς Σου ανήκεν, έπρεπε να κατέλθεις εις τον στίβον των εκλογών και εκεί η τραχεία Σου ειλικρίνεια εύρε τους δρόμους δύσβατους. Ευτυχής άλλοτε και άλλοτε ηττημένος εις τους αγώνας αυτούς, οι οποίοι δεν απητούν μόνον ενέργειαν, νουν και σθένος, αλλά επιτηδειότητος και συμβιβασμούς, παρουσιάζεσο εν μέσω λαίλαπος, η οποία εμάστιζε τότε τον τόπον, άλλοτε επικεφαλής πλήθους οπαδών και άλλοτε μόνος. Εστάθης προς στιγμήν Υπουργός και ώσαν να διησθάνεσο ότι Εθνική, υπέρτατη ανάγκη, πρωτεύουσα, θα ήτο μιαν ημέραν ο δρόμος, τον οποίον θα εβάδιζε ο στρατός και δια του οποίου θα μετεφέρεντο τα πυρομαχικά και τα εφόδια του δια να υπερασπισθούν κατά του εχθρού την Πατρίδα, ηγωνίσθεις δι΄ αυτήν με σθένος και πείσμα παρ΄ όλας τας εναντιότητας και τας επιθέσεις των οποίων – όπως τόσον συχνά – εγίνεσο στόχος. Και ο καιρός παρήρχετο, αι κυβερνήσεις διαδέχοντο η μια την άλλην, ο σάλος των παθών, συνετάρασσε την Ελλάδα παρασύρων ανθρώπους, κόμματα, αρχηγούς, πολιτεύματα, το ένα έτος συναντα την Ελλάδα αγωνιζομένη να ενωθεί, το άλλο την έβλεπε πνιγομένη εις αίματα εμφύλιων αγώνων, μέχρις που τέλος εις τα μεγάλα κενά τα οποία αφήκεν η μοίρα ενεφάνη ελπίς φωτός η προσωπικότης Σου.

   Ελπίς φωτός εις την αρχήν κατά τας πρώτας ώρας της υπό Σου κυβερνήσεως της Ελλάδος, κατέστης φάρος παμμεγίστης εντάσεως όταν, αηδιασμένος πλέον εξ΄ ακάρπων αγώνων, απεφάσιζες να απαλλαγείς του κλοιού εφθαρμένων συστημάτων και έδιδες εις την Ελλάδα μέγα και ιστορικόν σταθμόν: Την 4ην Αυγούστου του 1936. Και προ τριών μηνών ήλθεν η μεγάλη στιγμή κατά την οποίαν εις το άκουσμα της φωνής Σου, ηνώθει προ του εχθρού εις μίαν παμμέγιστην διαδήλωσιν αφοσιώσεως, πειθαρχίας και πατριωτισμού ολόκληρος η Ελλάς. Αλλά μη απατώμεθα! Προπονητής της εκδηλώσεως αυτής υπήρξεν η μεγάλη τετραετία, της οποίας κάθε μέρα έφερε την σφραγίδα του πνεύματός Σου, κάθε ώρα της δράσεώς Σου, κάθε στιγμή του νου Σου το φως.

   Ο Στρατός, ο οπλισμός του και ο όλος ανεφοδιασμός του, τα έργα της αμύνης της χώρας, το Ναυτικόν, η Αεροπορία προς την οποίαν ως προφήτης εστράφεις, τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα υπό τα οποία εκακοδαιμόνει και εστέναζε ο λαός και τα οποία έλυσες με την θαραλλέα και λαϊκή Σου ψυχή, δωρήσας εις τους εργάτας και τους υπαλλήλους τας Συλλογικάς Συμβάσεις, τας Κοινωνικάς Ασφαλίσεις, το ανώτατον χρονικόν όριον εργασίας, την πάταξιν της ανεργίας, και τόσα άλλα ων εστερείτο ενώ εδικαιούτο η ιερή εργασία, οι
αγρόται, το θεμέλιον αυτό του Έθνους, των οποίων επροστάτευσες και προήγαγες τας συνεταιριστικάς οργανώσεις, υπέρ των οποίων ενομοθέτησες την ελάφρυσιν των επαχθών χρεών των, επέβαλες την προστασίαν των προϊόντων των και επέτυχες την αύξηση της παραγωγής των, εξασφαλίσας ούτως εις την αυτούς την ευημερία και πλήξας την ολέθριαν αστυφιλίαν, οι άρρωστοι και οι υπό της μοίρας αδικημένοι, οι οποίοι είδον να ιδρύονται παντού νοσοκομεία, ιατρεία, ορφανοτροφεία, γηροκομεία, άσυλα, συσσίτια, τα παιδιά, αι μητέρες που έτυχον της προστασίας Σου υπό μίαν μεγαλόπνοον πολιτικήν εξυγιάνσεως της Φυλής, οι άλλοτε πρόσφυγες, των οποίων μετά τόσα έτη Συ συνεπλήρωσες την αποκατάστασιν, αι επαρχίαι εις τας οποίας εχάρισες την αυτοδιοίκησιν, η πρωτεύουσα την οποίαν επλούτισες με έργα, τα γράμματα και αι τέχναι των οποίων εστάθεις προστάτης, η δικαιοσύνη, εις την οποία εδώρησες τον Αστικό Κώδικα, τί να πρωτοθυμηθεί κανείς... και τέλος, τα αγαπημένα Σου παιδιά της Νεολαίας, τα οποία ωργάνωσες και καθοδήγησες σαν τρυφερός πατέρας, επί εθνικούς και ηθικούς δρόμους, όλοι όσοι σε ευγνωμονούν Αρχηγέ, από της Αγίας εκείνης Ημέρας. Υπήρξαν έργα Σου και όπλα της Χώρας. Αλλά θα ήσουν και άνευ όλων αυτών ο ίδιος προχθές, διότι Συ έθετες την Δόξαν υπέρ την Νίκην και θα έλεγες και άνευ αυτών εις τας 28 Οκτωβρίου το ιστορικόν, το μέγα ΟΧΙ, τοι οποίο εξύπνησε κατάπληκτον όλην την γην, αλλά δεν θα ήτο το ΟΧΙ ενός Στρατού νικητών, θα ήτο το ΟΧΙ μαρτύρων.

   Τώρα μας εγκαταλείπεις μόνους. Εγκαταλείπεις ημάς τους περιλυπημένους, τον λαό Σου, την Ελλάδα, ορφανούς και μετέβαλες δια τον θάνατό Σου εις πενθούσαν λιτανείαν την ενθουσιώσαν διαδήλωσιν που σε ηκολουθεί. Αλλά, Αρχηγέ και αν εγνώριζες ότι μετά τρεις μήνας , μετά την ιστορικήν εκείνην ημέραν, θα έπιπτες επί των επάλξεων και θα μας εγκατέλειπες μόνους, πάλι θα έλεγες το ΟΧΙ. Διότι θα εγνώριζες ότι οι Έλληνες και έπειτα από Σε θα πράξωμεν ότι πρέπει, ότι το καθήκον μας απαιτεί, ότι η φωνή της Πατρίδος δια του στόματος του Βασιλέως προστάζει.
   
   Τώρα πλέον μας έχεις ανοίξει τον δρόμον της Νίκης. Θα τον ακολουθήσωμεν άκαμπτοι, με σφιγμένα τα δόντια, προτεταμένα τα στήθη, αποφασισμένοι να φθάσωμεν εις το τέρμα που ονειρεύθηκες υπό την σκιάν της Γαλανόλευκης που κυματίζει ένδοξα από την πνοή Σου. Τώρα λοιπόν κοιμήσου ήσυχος Αρχηγέ. Αι επιτυχείς βολαί που ρίπτουν αυτήν την στιγμήν κατά του εχθρού τα κανόνια που Συ εδώρησες εις τον ένδοξον στρατόν μας, είναι αι άξιαι τιμητικαί βολαί που συνοδεύουν την εκφοράν Σου, Σοῦ του Μεγάλου Στρατιώτου.

   Με του Υψίστου την θέλησιν και την εξ ουρανού ευλογίαν Σου θα βαδίσωμεν υπό τας οδηγίας του Βασιλέως μας ηνωμένοι, ακλόνητοι, πλήρεις πίστεως, πλήρεις θάρρους, τον δρόμον της Τιμής εις τον οποίον μας οδήγησες. Και ο δρόμος αυτός – κοιμού ήσυχος Αρχηγέ – θα φέρει εις την Ελλάδα την Νίκην, δια να είναι μετ΄ αυτήν αιώνια η εκ του έργου Σου δόξα της, όπως θα μείνει εις όλας τας επερχόμενας Ελληνικάς γενεάς και εις την ιστορίαν του Έθνους, Αἰώνια ἡ Μνήμη Σου».

Ντυμένος με πολιτική ενδυμασία, με το σήμα της Ε.Ο.Ν στο πέτο του και με γυμνό το ξίφος του Στρατηγού, όπως είχε ο ίδιος εκφράσει παλαιότερα την επιθυμία του, τοποθετήθηκε νεκρός, μαζί με ένα εικόνισμα της Μεγαλόχαρης της Τήνου, ο Εθνικός Κυβερνήτης Ιωάννης Μεταξάς.Με το φέρετρο επί κηλίβαντος τηλεβόλου, που εσύρετο από τρακτέρ, μετεφέρθη η σωρός του Κυβερνήτου, το σκοτεινό εκείνο βροχερό δειλινό, μέσα σε ατμόσφαιρα βαθύτατης οδύνης του κόσμου και πάνδημο πένθος. Λαός και Στρατός, νέοι και γέροι, ακολουθούσαν τον Αρχηγό τους πορευόμενο την Μακαρίαν Οδόν, προς στην τελευταία του κατοικία, στον απέριττο οικογενειακό του τάφο του Α' Νεκροταφείου.


Βιβλίο: ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ Πορεία πρός τήν δόξα 1936 – 1941
Συγγραφέας: Μάνος Ν. Χατζηδάκης
Εκδόσεις: ΠΕΛΑΣΓΟΣ Ἰωάννου Γιαννάκενα

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις