Ο ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ ΠΕΡΙ ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ



15. ΚΛΗΜΗΣ, ΠΡΟΤΡΕΠΤΙΚΟΣ 34. εἰ μὴ γὰρ Διονύσωι πομπὴν ἐποιοῦντο καὶ ὕμνεον ἆισμα αἰδοίοισιν, ἀναιδέστατα εἴργαστ΄ ἄνº ὡυτὸς δὲ Ἀίδης καὶ Διόνυσος, ὅτεωι μαίνονται καὶ ληναΐζουσιν.

Απόδοση
15. Αν οι πομπές τους και οι φαλλικοί ύμνοι δεν απευθύνονταν στο Διόνυσο, οι λατρευτικές πρακτικές τους θα ήταν, λένε, αισχρότατες. Στην πραγματικότητα όμως ο Διόνυσος, που αυτοί τον λατρεύουν με τελετουργίες έκστασης, ταυτίζεται με τον Άδη.

Σχόλια

ΑΠ. 15. Στο απόσπασμα αυτό ο Ηράκλειτος ασχολείται με μίαν άλλη όψη της διονυσιακής λατρείας, όχι τόσο ακραία όσο οι πρακτικές ωμοφαγίας και της ορειβασίας, αλλά εξίσου «οργιαστική». Πράγματι ο Διόνυσος, στο πλαίσιο της επίσημης θρησκείας των ελληνικών πόλεων, συνδέεται με την γονιμότητα ανθρώπων και ζώων μέσα από τη σεξουαλικότητα, και για τον λόγο αυτό λατρευόταν, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο, με τελετές «θυφαλλικού» τύπου, όπου οι πιστοί περιέφεραν τεράστιους ορθωμένους φαλλούς – σύμβολα του θεού ψάλλοντας ανάλογους ύμνους. Οι φαλλοφορικές πομπές αποτελούσαν συστατικό στοιχείο της διονυσιακής λατρείας σ΄ όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας, από την αρχαϊκή και την κλασσική εποχή ως και τους ρωμαϊκούς χρόνους. Οι τελετές αυτές, εφόσονέχουν ως επίκεντρο τα γεννετικά όργανα, θα ήταν αισχρές – λένε οι υποστηρικτές τους –, αν δεν ήταν αφιερωμένες στον Διόνυσο. Η σύνδεσή τους όμως με τον θεό τους προσδίδει ιερή διάσταση, και έτσι το αισχρό γίνεται σεβαστό (είναι χαρακτηριστικό ότι αἰδοῖος στα αρχαία ελληνικά σημαίνει ταυτόχρονα το σεβάσμιο, αλλά και αυτό που προκαλεί ντροπή, και ειδικότερα τα γεννητικά όργανα). Ο Ηράκλειτος όμως ανασκευάζει αυτή την άποψη, εισάγοντας την ιδέα ότι ο Διόνυσος ταυτίζεται με τον Άδη, και ότι συνεπώς οι φαλλοφορικές τελετές είναι όντως ανάρμοστες, εν αγνοία των όσων συμμετέχουν σε αυτές.

Η σχέση του Διονύσου με το βασίλειο των νεκρών είναι βεβαίως υπαρκτή στην αρχαία ελληνική θρησκεία. Από τη μία η γονιμότητα της γης συνδέεται με τους νεκρούς, και από την άλλη ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του Διονύσου ως θεού της υπέρβασης των ορίων του δίνει μια ξεχωριστή θέση στους χώρους εκείνους όπου η διάκριση μεταξύ ζωντανών και νεκρών εξασθενεί. Έτσι, στην Αθήνα, η δεύτερη μέρα της τριήμερης διονυσιακής γιορτής των Ανθεστηρίων ήταν αφιερωμένη στους νεκρούς, που υποτίθεται ότι επέστρεφαν στη γη – ήταν οι λεγόμενες Χόαι. Ωστόσο Διόνυσος και Άδης παραμένουν δυο ξεχωριστές θεότητες – η μοναδική μαρτυρία για την ταύτισή τους προέρχεται από τον αιγυπτιακό χώρο μέσω προφανώς της ταύτισης του Διονύσου με τον Όσιρι (Ηρόδοτος, 2. 123).

Η θέση επομένως ότι Διόνυσος και Άδης ταυτίζονται είναι καθαρά ηρακλείτεια, και φυσικά ο φιλόσοφος δεν εννοεί ότι οι παραδοσιακές, ανθρωπομορφικές θεότητες Διόνυσος και Άδης είναι ένα και το αυτό, αλλά ότι οι δυνάμεις τις οποίες εκπροσωπούν δηλαδή η ζωή και ο θάνατος, είναι αλληλένδετες και αλληλοτροφοδοτούμενες στο πλαίσιο της ενότητας των αντιθέτων, που αποτελεί την πάγια θέση της ηρακλείτειας φιλοσοφίας. Όσοι λοιπόν λατρεύουν τον Διόνυσο ως την πιο ακραιφνή έκφραση της ορμής για την ζωή, λατρεύουν ταυτόχρονα και τον Άδη – θάνατο, χωρίς όμως να το αντιλαμβάνονται. Αυτή τους η άγνοια είναι που τους κάνει να νομίζουν ότι λατρεύουν μόνο τον Διόνυσο και ότι αυτό τους απαλλάσει από την κατηγορία της αισχρότητας, ενώ στην πραγματικότητα λατρεύουν τον Διόνυσο – Άδη. Με άλλα λόγια, ο Διόνυσος των διονυσιαστών είναι ο θεός της ξέφρενης, οργιαστικής έκστασης, ενώ ο ηρακλείτειος Διόνυσος – Άδης είναι ο θεός του μέτρου και της τάξης που προκύπτει από την ενότητα των αντιθέτων, επομένως η λατρεία του με τον παραδοσιακό «διονυσιακό» τρόπο είναι λογικά αντιφατική και ηθικά ανάρμοστη, κάτι που φυσικά οι ίδιοι οι διονυσιαστές αγνοούν, και μόνον ο φιλόσοφος το γνωρίζει.
(Σελ.: 128 – 130)

Σημείωση


Η πλειοψηφία των αποσπασμάτων (του Ηράκλειτου) που διαθέτουμε προέρχεται από τρεις κυρίως χώρους: (α) από αρχαίους συγγραφείς... (β) από συμπλιτές ανθολογίων, όπως ο Διογένης Λαέρτιος και ο Στοβαίος, και (γ) από χριστιανούς συγγραφείς όπως ο Κλήμης Αλεξανδρείας...
...Κατά περίεργο εκ πρώτης όψεως τρόπο οι χριστιανοί είναι εκείνοι οι οποίοι φαίνεται να ακολουθούν πιστότερα το χαμένο για μας ηρακλείτειο κείμενο, επιλέγοντας όμως κυρίως τα σημεία εκείνα που εξυπηρετούν την πολεμική τους είτε κατά της αρχαίας θρησκείας (Κλήμης), είτε κατά των αιρετικών (Ιππόλυτος). Είναι επομένως σαφές ότι όταν μιλάμε για «αυθεντικά» αποσπάσματα, σε αντιδιαστολή προς τα «νόθα», δεν εννοούμε ότι πρόκειται πάντα για μίαν ακριβή, ipsissimis verbis ρήση του Ηράκλειτου, αλλά ότι το εν λόγω απόσπασμα απηχεί λίγο ως πολύ πιστά την ηρακλείτεια κοσμοθεωρία.

Εισαγωγή

Σελ.: 16


Βιβλίο:
ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΙ – ΤΟΜΟΣ 8 – Ηράκλειτος

Εκδόσεις:

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις