ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΙΑ, Η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ



   Ως εικονομαχία ορίζεται η διαμάχη όπου ξέσπασε στον βυζαντινό και χριστιανικό κόσμο ανάμεσα στους εικονόφιλους και τους εικονομάχους. Δηλαδή ανάμεσα σε όσους χριστιανούς ήταν υπέρ των εικόνων που απεικόνιζαν τα πρόσωπα της χριστιανικής πίστης και όσων θεωρούσαν τις εικόνες ως ειδωλολατρική και αντιχριστιανική λατρεία.
   Ξέσπασε κατά τον 8ο αιώνα και συνέχιζε να διαιρεί τον βυζαντινό κόσμο έως το πρώτο μισό του 9ου αιώνος. Αποτέλεσμα της διαμάχης αυτής ήταν ένας διαρκείς εμφύλιος πόλεμος στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και τον Ορθόδοξο κόσμο. Η χρόνια αυτή διαμάχη μόνον προβλήματα προξένησε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία καθότι αναλόγως προς τις αντιλήψεις του εκάστοτε αυτοκράτορα πραγματοποιούνταν διώξεις προς την αντίθετη μερίδα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια μακρόχρονη πολιτική αστάθεια στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία και τη διαίρεση του Ορθόδοξου κόσμου.

   Σε πολιτιστικό επίπεδο οδήγησε στην καταστροφή πλήθους εικόνων και αγιογραφιών, ενώ σε ιδεολογικό-πολιτικό επίπεδο θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτέλεσε την διαμάχη ανάμεσα στον ελληνίζοντα Χριστιανισμό αποτέλεσμα του οποίου ήταν η διαμόρφωση της Ελληνο-Ορθοδοξίας και τον εβραίζοντα Χριστιανισμό με τις λοιπές αιρέσεις.
   Αυτοκράτορας του Βυζαντινού Κράτους την περίοδο όπου άρχισαν οι διώξεις ενάντια στις Εικόνες και τους εικονολάτρες ήταν ο Λέων Γ’ ο Ίσαυρος, με διάταγμα του οποίου απαγορεύτηκε η λατρεία των εικόνων και διατάχθηκε η αφαίρεση τους, από όπου υπήρχαν.
   Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πλήθος ιστορικών στοιχείων για την ταραχώδη αυτή περίοδο όπου δίχασε τον Βυζαντινό Ελληνισμό και μόνο καταστροφικά αποτελέσματα επέφερε.
Παρακάτω παραθέτουμε σε νεοελληνική απόδοση το κείμενο ενός εκ των σημαντικότερων ιστορικών της Βυζαντινής περιόδου, του Ιωάννη Ζωναρά ο οποίος στο έργο του «Επιτομή Ιστοριών» αναφέρεται στην έναρξη της εικονομαχίας και στους υποκινητές της εμφύλιας και καταστροφικής αυτής διαμάχης!!!

   Μας εξιστορεί λοιπόν ο Ιωάννης Ζωναράς τα εξής αποκαλυπτικά:

   “Δεν είχε περάσει καιρός από τότε που ο Ιζίθ ανακηρύχτηκε αρχηγός των Αράβων και τον πλησίασαν δύο Εβραίοι κατ’επάγγελμα απατεώνες, οι οποίοι ισχυρίζονταν πως ασχολούνται με την αστρολογία και κατά συνέπεια γνώριζαν τα μελλούμενα. Υπόσχονταν μάλιστα στον Άραβα εξουσία και ζωή μακρόχρονη, αν γύμνωνε τις εκκλησίες των χριστιανών από τις εικόνες του Χριστού και της Θεομήτορος. Ο βάρβαρος λοιπόν δεν αμέλησε, αλλά εξαφάνισε τις σεπτές εικόνες από όλους τους ναούς τους επικράτειας του. Η Θεία Δίκη δεν άργησε ωστόσο να τον τιμωρήσει, γιατί πριν παρέλθει χρόνος ο ταλαίπωρος πέθανε. Ο γιος του που τον διαδέχθηκε στην εξουσία, έψαχνε να βρει τους ψευτομάντεις προκειμένου να τους εκδικηθεί για την απάτη εις ήταν βάρος του γονιού του. Πρόλαβαν όμως και από εκεί έφτασαν στην Ισαυρία, όπου συνάντησαν τον εν λόγω Λέοντα, νέο στην ηλικία και χειράνακτα στο επάγγελμα και του προφήτευσαν ότι θα κατακτήσει την βασιλεία των Ρωμαίων. Ο Λέων αναλογιζόμενος τη μοίρα του η οποία απείχε παρασάγγας από μια τέτοια εξουσία, δυσπιστούσε στις μαντείες τους. Εκείνοι μολαταύτα ισχυρίζονταν με σθένος ότι η προφητεία θα επαληθευθεί και απαιτούσαν να τους διαβεβαιώσει ενόρκως πως, όταν πάρει τη βασιλεία, θα τους δώσει ότι και αν ζητούσαν. Εκείνος τότε ορκίστηκε πως όταν βασιλεύσει θα πραγματοποιήσει όντως το αίτημα τους.      

   Είδαμε εν τω μεταξύ με ποιον τρόπο ο Λέων απέκτησε την εξουσία των Ρωμαίων. Αυτοί λοιπόν που του την προφήτευσαν, και καθ’ον χρόνο διένυε το ένατο έτος της βασιλείας του, παρουσιάστηκαν και απαιτούσαν να τους ανταμείψει για το προμάντεμα. Ο Λέων ήταν πρόθυμος να δεχτεί και τους ζήτησε να κατονομάσουν τι ήταν αυτό που ήθελαν. Τότε η βέβηλη εκείνη δυάδα, των Ιουδαίων, απάντησε: «δεν ζητούμε ούτε πλούτο να μας δώσεις ούτε ν’αποκτήσουμε μεγάλη δόξα, ούτε κάποια άλλη από τις βασιλικές τιμές, παρά μόνο ν’απομακρυνθούν από παντού οι εικόνες του Ναζωραίου και της Μητέρας Του». Και ο Λέων που δεν είχε πίστη ριζωμένη, συμφώνησε να πραγματοποίηση την επιθυμία τους, λες και ήταν κάτι τυχαίο και εύκολο. Έτσι, με την έναρξη του δέκατου έτους της τυραννίας του, άρχισε να μάχεται τον Θεό και με φρικτό βρυχηθμό όρμησε κατά των σεπτών εικόνων, κηρύσσοντας βαρύτατο διωγμό, τιμωρώντας πολλούς που αντιστάθηκαν στη μυσαρή γνώμη, αναδεικνύοντας κατά αυτό τον τρόπο μάρτυρες.»

   Ιστορικώς η σημασία της παρούσας αναφοράς του Ιωάννη Ζωναρά μπορεί να ερευνηθεί από τον καθένα περαιτέρω. Όμως γεννά ερωτήματα η «απουσία» της παρούσης αναφοράς στα όσα γράφονται για την καταστροφική Εικονομαχία , ενώ την ίδια στιγμή για άλλα γεγονότα που αφορούν το Βυζάντιο ο Ιωάννης Ζωναράς θεωρείτε ως ένας από τους καλύτερους ιστορικούς της περιόδου.
   Όμως για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε το μέγεθος της καταστροφής από άποψης πολιτιστικής παραθέτουμε και την συνέχεια του ως άνω αποσπάσματος. Ο αναγνώστης μπορεί εύκολα να διαπιστώσει διαβάζοντας το, την διχόνοια που δημιουργήθηκε ανάμεσα στους Βυζαντινούς Έλληνες και την στέρηση όχι μόνον των εικόνων και των βιβλίων όπου καταστράφηκαν αλλά και δίωξη της πνευματικής Ηγεσίας του Βυζαντινού Ελληνισμού σε τέτοιο σημείο, ώστε η ιστορία θα μπορούσε να είχε εξελίχθη πολύ διαφορετικά προς καλύτερο φυσικά. Επιπλέον διαπιστώνουμε ότι η «εικονομαχία» δεν ήταν μια δογματική διαμάχη που αφορούσε μόνον τις εικόνες, αλλά μια βαθύτερη πολιτικό-ιδεολογική σύγκρουση ανάμεσα στους Ελληνίζοντες Ορθοδόξους και τους Εβραίζοντες αιρετικούς. Ευτυχώς νίκησαν οι πρώτοι…
   Διαβάστε λοιπόν και βγάλτε και εσείς τα συμπεράσματα σας:
«εκτός μάλιστα των άλλων που έκανε στους ευσεβείς έκανε και τούτο. Υπήρχε κάποιο κτίριο των ανακτόρων στη λεγόμενη «βασιλική» που βρίσκονταν πολύ κοντά στα Χαλκοπρατεία, όπου στεγάζονταν πάμπολλα βιβλία και της κατά κόσμον σοφίας (ελληνική φιλοσοφία κτλ.) αλλά και της ανωτέρας και θεϊκής (χριστιανική θεολογία-φιλοσοφία). Το συγκεκριμένο κτίριο αποτελούσε ανέκαθεν τον τόπο κατοικίας του υπερέχοντος στις γνώσεις διδασκάλου, τον οποίο ονόμαζαν οικουμενικό. Αυτός συγκατοικούσε με άλλους δώδεκα συναδέλφους, που κι εκείνοι ήταν κατεξοχήν μέτοχοι υψηλής παιδείας. Τρέφονταν δημοσία δαπάνη και εκεί φοιτούσαν όσοι ενδιαφέρονταν να μορφωθούν και να αποκτήσουν γνώσεις, τους οποίους εν συνεχεία προσλάμβανε και ο αυτοκράτορας ως σύμβουλους σε διάφορες υποθέσεις. Ο Λέων λοιπόν έκρινε πως αν τους προσεταιρισθεί και τους πείσει να ασπασθούν τις απόψεις του, θα πετύχαινε το παν. Έτσι, τους κάλεσε και τους ανακοίνωσε τις πονηρές του ιδέες σχετικά με τις σεβαστές εικόνες. Εκείνοι, μολοταύτα, όχι μόνο δεν συμφωνούσαν μαζί του, αλλά και προσπάθησαν να του αλλάξουν τη γνώμη με κάθε τρόπο: πότε χαϊδεύοντας το λιοντάρι το θεριό, κάνοντας του μάγια να μερώσει, πότε κρατώντας σθεναρή στάση και επικρίνοντας την ασέβεια του. Αυτός ωστόσο έκλεινε τα αυτιά του όπως η έχιδνα, μην ακούοντας «τα ξόρκια των μάγων και τις σαγήνες των σοφών». Αφού λοιπόν συζήτησε άπειρες φορές μαζί τους και κατάλαβε πως δεν αλλάζουν γνώμη, τους άφησε να επιστρέψουν στον τόπο διαμονής τους, δηλαδή στο βασιλικό κτίριο. Διέταξε όμως να συγκεντρωθεί πολύ εύφλεκτο υλικό, να το σκορπίσουν γύρω από το κτίριο και το βράδυ να το παραδώσουν στις φλόγες. Έτσι έκανε στάχτη το οικοδόμημα, μαζί με τα βιβλία και εκείνους τους σεβάσμιους άνδρες».


Πηγή
Επιτομή Ιστοριών Β΄ 
Σελ.: 18-21
Ιωάννης Ζωναράς 
εκδ. ΚΑΝΑΚΗ


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις