ΕΛΕΥΤΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ


 Οι φλέβες του Καπετάν Μιχάλη φούσκωσαν, θάμπωσε το φως του. Άπλωσε τη χερούκλα του, γεμάτη μπαρούτι και αίματα, βούλωσε το στόμα του ανιψιού· στόματα, πιγούνια, μάγουλα γέμισαν μπαρούτι και αίματα.
 Έσυρε φωνή:
 -Στ΄ όνομα του Θεού, αδέρφια, ελευτερία ή θάνατος!
 Σημάδεψε, έριξε, αντιλάλησε το βουνό.
 Κι ολομεμιάς οι τούρκικες μπάλες σούριξαν κι ένα μικρό κανόνι βρόντηξε από τη βουνοπλαγιά, έπεσε το βόλι, κατάσκαψε και σκόρπισε τις πέτρες πίσω από τον καπετάν Μιχάλη.
 -Ωχ! ακούστηκε σπαραχτικιά φωνή κι οι σύντροφοι στράφηκαν.
 Ο Καγιαμπής κυλούσε από τον βράχο όπου ήταν σκαρφαλωμένος και κουλουριάζουνταν δίπλα στον καπετάν Μιχάλη. Άνοιξε μια δυο φορές το στόμα, ένα λόγο μάχουνταν να πει, μα ανάβρυσε από μέσα του ποτάμι το αίμα, έπνιξε την φωνή του.
 Κάτω βάρεσαν οι τρουμπέτες, χούγιαξαν οι νιζάμηδες, μπήκαν κεφαλή οι δερβισάδες με την πράσινη σημαία του Προφήτη.
 -Στο κρέας, παιδιά! ούρλιαξε ο Θοδωρής· βαράτε τους σκύλους!
 Μα όλο κι ακούγονταν πιο δυνατά το ποδολάτι που ανέβαινε, ανέβαινε και κοντοζύγωνε.
 Χύθηκε ο καπετάν Μιχάλης να πάρει στην αγκαλιά του τον Καγιαμπή, σκόνταψε στον Κοσμά που ΄ταν ξαπλωμένος δίπλα του.
 -Ακόμα εδώ ΄σαι δάσκαλε; του φώναξε. Φεύγα, μην ανακατεύεσαι με τους άντρες!
 Μα ο Κοσμάς δεν κουνούσε· πασαλειμμένος με μπαρούτια κι αίματα, γρικούσε την καρδιά του τώρα να τον λαχτίζει, αγριεμένη. Ξύπνησαν στο σπλάχνο του ο κύρης του, ο βαρύς πολέμαρχος, οι παππούδες του, η Κρήτη... Δεν είναι η πρώτη φορά που πολέμησε, χιλιάδες τώρα χρόνια πολεμάει, χιλιάδες φορές σκοτώθηκε κι αναστήθηκε, πήρε χόχλο το αίμα του.
 Ψαχούλευε ο καπετάν Μιχάλης αρπαχτά το κορμί του Καγιαμπή, να βρει που λαβώθηκε· έπαιξαν μιαν αστραπή τα μάτια του κι ευτύς έκαμαν γυαλί κι ακινήτησαν γουρλωμένα. Απόθεσε ο καπετάνιος χάμω το κουφάρι.
 -Θυμηθείτε το Αρκάδι, αδέρφια, 

Αποτέλεσμα εικόνας για αρκάδι 1866
φώναξε· ας πεθάνουμε όλοι σαν άντρες!
 Ακούγονταν τώρα, όλο και πιο σιμά, το λαχάνιασμα των νιζάμηδων.
 Χαθήκαμε! έσυρε φωνή ο Φουρόγατος κι ένιωσε το στήθος του, τον αφαλό, την κοιλιά του να τρέμουν.
 -Σκασμός! του φώναξε ο Θοδωρής και τα αίματα έτρεχαν από το κούτελό του και του και του κατασκέπαζαν τα μάτια.
 Τα σκούπισε με το μανίκι του, είδε του Τούρκους μπροστά του, πέταξε πέρα το τουφέκι του.
 -Παιδιά, φώναξε, δε φελούν πια τα τουφέκια· φόρα τα μαυρομάνικα!
 Τράβηξε τη μαυρομάνικη μαχαίρα του κύρου του, χύθηκε σ΄ ένα δερβίση, που ΄χε ξεκόψει από το ασκέρι, τραβούσε μπροστά θεομέθυστος και στρουφογύριζε το γιαταγάνι του στον αγέρα· μα ως χύνουνταν κι έφτανε πια το δερβίση, μια μπάλα τον βρήκε στην καρδιά κι έπεσε ανάσκελα κάτω.
 -Γεια και χαρά σας, παλικάρια! ακούστηκε πίσω μια ψιλή φωνή· καλώς σας βρήκα, καπετάν Μιχάλη!
 Γνώρισε τη φωνή ο καπετάν Μιχάλης, στράφηκε:
 -Μωρέ, εσύ ΄σαι, Βεντούζο μου, φώναξε και το μάτι του άστραψε· ήρθες, μωρέ;
 -Βεντούζος είμαι, βεντούζικα φέρνουμαι, πάρε το λόγο σου πίσω, καπετάνιο!
 -Παίρνω το λόγο μου πίσω· συμπάθα με, αδέρφι! Έλα κοντά μου!
 Έδωκε ένα σάλτο ο Βεντούζος, μα δεν πρόλαβε· μια μπάλα τον πήρε στο κούτελο κι έπεσε κάτω.
 Ένα δάκρυ πετάχτηκε στα μάτια του καπετάν Μιχάλη, άρπαξε το νεκρό, τον φίλησε στο κούτελο, γέμισαν στόμα, μουστάκια του αίματα και μυαλούς.
 Ακούστηκε πιο σιμά το λαχάνιασμα των νιζάμηδων. Στράφηκε ο καπετάν Μιχάλης, είδε τον Κοσμά, σήκωσε τη γροθιά του:
 -Φεύγα, του φώναξε, έχεις ακόμα καιρό! Δρόμο!
 -Δε φεύγω!
 Έδωκε ένα σάλτο, άρπαξε το τουφέκι του Καγιαμπήκαι τα φισεκλίκια του, τα ζώστηκε, ανάσπασε από τη ζώνη του σκοτωμένου το μαχαίρι.
 Ο καπετάν Μιχάλης τον κοίταξε ξαφνιασμένος.
 -Δε φεύγεις;
 -Δε φεύγω!
 Άξαφνα ο καπετάν Μιχάλης, κατάλαβε, το πρόσωπό του έλαμψε, φούχτωσε με τα δυο του χέρια το κεφάλι του Κοσμά.
 -Γεια σου, ανιψιέ! ανιψιέ· φώναξε· κουρμπάνι το λοιπόν κι εσύ; Αθάνατη Κρήτη!
 Βροντές ακούστηκαν, ο αγέρας είχε πέσει, ο ουρανός που από το πρωί κρέμουνταν από πάνω κατσουφιασμένος ρουσοκοκκίνησε. Από μακριά ακούστηκαν όρνιαν που στρήνιαζαν· πεινούσαν.
 Ο Φουρόγατος πετάχτηκε απάνω· ντράπηκε που μια στιγμή κιότεψε, σπλαχνικός πολύ τώρα του φάνηκε ο θάνατος, αυτός ξεπλένει όλες τις ντροπές, έκαμε το σταυρό του, τράβηξε το κοντομάχαιρο.
 -Ελευτεριά ή θάνατος! φώναξε.
 Πετάχτηκε όξω από το ταμπούρι του και ξέσκεπος, απροφύλαχτος, χίμηξε κατά την Τουρκιά που ανηφορούσε. Πέντ΄ έξι τουρκαλάδες τον έζωσαν, έπεσε απάνω τους, άρχισε το πετσόκομμα, μα έφτασαν κι άλλοι, τον έριξαν χάμω, τον κρατούσαν χειροπόδαρα, κι ένας δερβίσης ακούμπησε το γόνατο στο στήθος και τον έσφαξε σαν κριάρι.
 Τον είδε ο καπετάν Μιχάλης, άναψαν τα αίματα του:
 -Κανένας πια να μην προβάλει από το ταμπούρι του! πρόσταξε· βαράτε στο κρέας!
 Μα από τους συντρόφους του δυο μονάχα τώρα είχαν απομείνει, οι ψαρομελιγγάτοι· ταμπουρωμένοι μέσα στους βράχους, σημάδευαν ακίνητοι, και καμία τους μπάλα δεν πήγαινε χαμένη.
 Γονατισμένος πίσω από τον βράχο του ο καπετάν Μιχάλης, ήσυχος, αποφασισμένος, σημάδευε κάθε νιζάμη που ξεπρόβαινε, κατακούτελα· μια σφαίρα του ΄χε σκίσει το μάγουλο, μια άλλη καρφώθηκε στο μέρι του· τα αίματα του έτρεχαν, μα δεν ένιωθε πόνο. Κάπου κάπου έριχνε μια ματιά στον ανιψιό του, που πολεμούσε ακούνητος δίπλα του.
 -Γειά σου, ανιψιέ! του φώναξε· αναστήθηκε ο κύρης σου, καλώς όρισες, αδέρφι Κωσταρέ!
 -Καλώς σε βρήκα, μπάρμπα! του αποκρίνουνταν αυτός, συνεπαρμένος από ένα αλλόκοτο μεθύσι.
 Ήταν αγνώριστος· σκοτεινή, ανεξήγητη χαρά τον είχε συνεπάρει· ένιωθε πως αλάφρωσε, πως γλίτωσε, πως τώρα μονάχα, μονάχα, ετούτη τη στιγμή μονάχα, γύρισε στην πατρίδα. Δε συλλογίζονταν τίποτα· όλες οι φράγκικες έγνοιες του μυαλού αφανίστηκαν, μάνα, γυναίκα, γιος αφανίστηκαν, και δεν έμενεω μπροστά του παρά ετούτο το ένα, το παμπάλαιο χρέος.
 -Ελευτεριά ή θάνατος! μούγκριζε κοιτάζοντας τους Τούρκους· ελευτεριάν ή θάνατος!
  Κι άλλη πια χαρά, πίκρα, λαχτάρα, δεν του ΄χε απομείνει.
 Απότομα είχε σκοτεινιάσει κι άρχισε να πέφτει, πυκνές αθόρυβες τουλούπες, το χιόνι πίσω από τα σκούρα βυσσινιά σύννεφα ένιωθες πως ο ήλιος πήγαινε να βασιλέψει.
 -Καλώς εσμίξαμε, καπετάν Μιχάλη! ακούστηκε μια φωνή, κι ο άγριος μουεζίνης του Μεγάλου Κάστρου πετάχτηκε ξαφνικά και ξεπόρισε η κεφάλα του με το πράσινο σαρίκι από τον αντικρινό βράχο.
 -Καλώς σε βρήκα, χότζα! του αποκρίθηκε ο καπετάν Μιχάλης και του φιτίλιασε μιαν μπάλα ίσια στο καρύδι του λαιμού του.
 Σιντριβάνισε ολομεμιάς γουργουρίζοντας το αίμα, κλουκλούτιζε σα να ΄ταν ο μουεζίνης ασκί κρασί και λύθηκε ο λαιμός του. Ούρλιασαν οι νιζάμηδες, σάλταραν, πάτησαν τα ταμπούρια, βρήκαν τους δυο ψαρομέλιγγούς πολέμαρχους και τους πετσόκοψαν. Ύστερα στράφηκαν προς την κορφή· είδαν τους δυο απροσκύνητους.
 -Απάνω τους, σφαγή! φώναξε ένας τουρκαλάς με χρυσά γαλόνια.
 Κρατούσε ένα μακρύ βούρδουλα και χτυπούσε τις ράχες των νιζάμηδων. Ουρλιάζοντας χύθηκε το ασκέρι καταπάνω.
 -Μη φοβάσαι, ανιψιέ, στράφηκε ο καπετάν Μιχάλης στον Κοσμά· δεν υπάρχει σωτηρί, ζήτω η Κρήτη!
 -Ναι, δεν υπάρχει σωτηρία, μπάρμπα, δεν υπάρχει σωτηρία, ζήτω η Κρήτη!
 Τράβηξαν τα μαχαίρια τους και χίμηξαν.
 Είχε στρωθεί τώρα το χιόνι, σκέπασε τα ξαπλωμένα κορμιά, τα κόκκινα φέσια άσπρισαν από την άκρα τ΄ ουρανού δυό αγιούπες πρόβαλαν, έφτασαν μονοστραπίς απάνω από τους ανθρώπους που σκοτώνουνταν κι άρχισαν να φέρνουν βόλτες στον αέρα, με τεντωμένο το λαιμό κατά τα κουφάρια.
 Στο μάλε βράσε της σφαγής μπάρμπας κι ανιψιος χώρισαν. Έζωσαν οι νιζάμηδες τον Κοσμά, ανεβοκατέβαιναν τα μαχαίρια, πιάστηκαν μέση με μέση· στράφηκε ο καπετάν Μιχάλης, είδε τον ανιψιό του, αναποδογύρισε τους νιζάμηδες, έσπασε τον μπλόκο τον εδικό του και χίμηξε να τον λευτερώσει.
 -Βάστα, ανιψιέ, του φώναξε, έρχουμαι! Μα δεν πρόλαβε.
 -Έρχεται αυτός, καπετάν Μιχάλη! του φώναξε χαχαρίζοντας ένας ντόπιος τουρκαλάς και του πέταξε καταπρόσωπο το κεφάλι του Κοσμά.
 Άπλωσε ο καπετάν Μιχάλης το χέρι, άρπαξε από τα μαλλιά, ανάερα, το σφαγμένο κεφάλι, το σήκωσε αψηλά, σαν μπαϊράκι, άγρια λάμψη παρέχυσε το πρόσωπό του. Χαρά ΄ταν ετούτη απάνθρωπη, περηφάνια, πείσμα θεοτικό γιά καταφρονιά του θανάτου; Γιά αγάπη για την Κρήτη αβάσταχτη; Ο καπετάν Μιχάλης σήκωσε αψηλά το σφαγμένο κεφάλι, άνοιξε το στόμα, φώναξε:
 -Ελευτεριά ή...
 Μα δεν πρόφτασε να τελειώσει· μια μπάλα μπήκε μέσα στο στόμα του· μια άλλη πέρασε το δεξό του μελίγγι και βγήκε από το ζερβό· κι ο καπετάν Μιχάλης έπεσε κάτω τ΄ ανάσκελα και σκόρπισαν οι μυαλοί του στις πέτρες.


Νίκος Καζαντάκης
Ο Καπετάν Μιχάλης
Τόμος Β΄
Σελ.: 288 – 293
Ειδική έκδοση για την εφημερίδα ΕΘΝΟΣ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις