ΕΓΩ ΘΑ ΣΩΣΩ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


Κοσμᾶ, τὸ λιγνὸ κορμί σου πολλὲς βολὲς ὑψώθηκε ἐδῶ, στὴν ἐρημιά μου, καὶ σ΄ ἔνιωσα παραστάτη στὸν κρυφό μου ἀγώνα. Πολλὲς βολὲς, βγαίνοντας ἄϋπνος στὸ σκοτάδι, ἀγνάντευα κατὰ τὴ θάλασσα κ΄ ἔκραζα δυνατὰ τ΄ ὄνομά σου. Ἤξερα πὼς καὶ σὺ ἀγρυπνοῦσες καὶ φώναζες κ΄ ἔβλεπα τὸ λύχνο σου νὰ φέγγει μέσα στὴ νύχτα τῆς Ἑλλάδας, σὰν ἄστρο.
   Ὅλοι ἐσκύβαν δοῦλοι, ἀναπνέαν τὸ μολεμένο ἀέρα τοῦ κοπαδιοῦ, ζεμένοι στὸ μάγγανο μιᾶς ταπεινόχαρης ζωῆς. Ἐσὺ μόνο δὲ βολευόσουν εὔκολα· οἱ συμβιβασμοὶ δὲν ταίριαζαν στὴν ἀψηλή σου φύση κ΄ εἶπες μιὰ μέρα, περιφρονώντας τὸ χαμογέλοιο τῶν φρόνιμων: «Ἐγὼ θὰ σώσω τὴν Ἑλλάδα!»
   Μὰ ἡ ἀφηρημένη ἔννοια τῆς Πατρίδας δὲ χόρταινε τὴν ψυχὴ σου, τὴ σαρκοβόρα. Θέλησες σωματικὰ νὰ τὴν ἀγγίξεις τὴν Ἑλλάδα, νὰ πιεῖς ἀπ΄ ὅλες τὶς πηγές της, νὰ πατήσεις τὰ βουνὰ καὶ τὰ κάστρα, νὰ ζυγιάσεις τὶς ρωμαίικες ψυχὲς στὰ νησιὰ καὶ στὴ Ρουμελή, ψηλά στὰ Μπαλκάνια καὶ πέρα στὴ Βαθειὰν Ἀνατολή.
   Ὅταν ἀγνάντευες μιὰ κορφή, ἡ ψυχή σου ταραζόταν· κι ἀνηφοροῦσες φρίσσοντας γιὰ νὰ χαρεῖς τὸ λιγνό κορμὶ τῆς Ἑλλάδας, νὰ ξεπετιέται ἀπό τὰ μπλάβα νερὰ καὶ νὰ λιάζεται.
   Μέσ΄ στὴν ἀνημποριά καὶ τὴν ἀθλιότητα πήγαινες ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό, βιάζοντας τὰ πάντα γύρα σου νὰ πεθυμοῦν καὶ νὰ δουλεύουν. Καὶ σὰν τὸ χρυσοπράσινο βάβουλα ποὺ εἶναι ὁλοκίτρινη ἡ κοιλιά του καὶ πάει καὶ πηδάει τὰ λουλούδια ἀλάκερου περβολιοῦ, ὄμοια καὶ σὺ φτερούγιζες καὶ κάθιζες στὶς ἑλληνικὲς ψυχές, τὶς στεῖρες, καὶ ξυπνοῦσες ἐντός τους, μὲ τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν ἀγανάχτηση, μὲ τὸν Ἔρωτα, τὴν κραυγὴ τῆς ρωμαίικης μοίρας.
   «Ἐγὼ θὰ σώσω τὴν Ἑλλάδα» στοχαζόσουν, θὰ πεῖ «ἐγὼ θὰ σώσω τὴν ψυχή μου». Ἔκαιες γιὰ τὴν τελειότητα τὴ δική σου, φλεγόμενος μὲ τὸν ὅλο θυσία κ΄ ἐγκαρτέρηση ἔρωτα τῆς φυλῆς. Κλειοῦσες τὰ μάτια κ΄ ἔνιωθες σὰν πηγὴ ν΄ ἀναβρύζει μέσα σου ἡ φωνὴ τοῦ Γένους κ΄ ἡ ὕπαρξή σου νὰ σμίγει μυστικά, ἕνα, – σὰν ὁ ἀνθὸς στὸ δέντρο – μὲ τὴ ρωμαίικη θάλασσα, μὲ τὰ βουνὰ καὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους, πεθαμένους, ζωντανούς κι ἀγέννητους. Κι ἀκόμα κάτι βαθύτερο, ἀνείπωτο καὶ κρυφό, ποὺ ἀνέβαινε στὰ μάτια σου σὰν τὸ «ἤπιον δάκρυ» τῶν μεγάλων ἀσκητῶν.
   Ὅταν ἔλεγες «ἐγώ», ἡ Ἑλλάδα ὅλη ἔπαιρνε συνείδηση, τὸ χῶμα καὶ τὰ νερά της, οἱ ἀνθρῶποι, τὰ περασμένα καὶ τὰ μελλούμενα καὶ μιλοῦσαν μὲ τὸ στόμα σου. Ὅπου ψυχανεμιζόσουν ρωμαίικη καρδιὰ νὰ λιγοψυχάει καὶ νὰ σβήνει, ἔτρεχες σὰ νὰ κιντύνευε ἕνα μέλος τοῦ κορμιοῦ σου κι ἄναβες τὰ αἵματα καὶ σήκωνες τὰ φρένα κ΄ ἔπαιρνες τὰ μικρὰ παιδιά, μέσα στὸν κίντυνο, καὶ τὰ μάθαινες νὰ τραγουδοῦν τὸν «Ὕμνο».
   Μοῦ ἄρεσες, Κοσμᾶ, κι ἀπὸ τὸ βράχο τοῦτο σὲ καμάρωνα νὰ βιγλίζεις στὸν ἀέρα, σὰν τὸ γεράκι, καὶ νὰ χυμᾶς κλαγγάζοντας κατὰ τὴ ρωμαίικη ψυχὴ ποὺ ψυχοραγοῦσε στὸ Ἀϊβαλί, στὴν Προῦσα ἢ πάνου στὴν Καστοριά.

Νίκος Καζαντζάκης


ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ
Εκδόσεις Καζαντζάκη
Σελ.: 23 – 25
~
Όπως μας πληροφορεί ο Παντελής Πρεβελάκης στο βιβλίο του “Ὁ ποιητὴς καὶ τὸ Ποίημα τῆς Ὀδύσσειας” [Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα 1958, σελ. 290] πίσω από τον “Κοσμᾶ” κρύβεται η μορφή του Ίωνα Δραγούμη. Να σημειωθεί ότι το Συμπόσιον ολοκληρώνεται το 1924, δηλαδή 4 χρόνια μετά τη δολοφονία του Ίωνα.
«Οἱ σύντροφοι τῆς νιότης τοῦ Ἅρπαγου (= τοῦ Καζαντζάκη), ὁ Μύρος, ὁ Πέτρος κι ὁ Κοσμᾶς, τὸν ἀνταμώνουν μιὰ μέρα σ΄ ἕνα σπιτάκι πλάι στὴ θάλασσα. Ὁ Ἅρπαγος τοὺς προσφέρει τὸ δεῖπνο. Ὅταν σηκώνεται τὸ τραπέζι, τὸν καλοῦν νὰ τοὺς ἀνοίξει τὴν καρδιά του καὶ νὰ τοὺς μιλήσει γιὰ τὸ Θεό του. Ὁ Ἅρπαγος κάνει πρώτα τὸ εγκώμιο τοῦ Κοσμᾶ (= τοῦ Ἴωνος Δραγούμη), μὲ λόγια ποὺ θυμίζουν τὸ ἄρθρο ποὺ τοῦ ἀφιέρωσε στὴν ἕκτη ἐπέτειο τοῦ θανάτου του...»

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις