ΘΕΩΡΙΑΙ ΠΕΡΙ ΚΡΑΤΟΥΣ (III)


Η  ΠΟΛΙΤΙΚΗ  ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ  ΤΟΥ  ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ 

    Η πολιτική οργάνωσις του έθνους ονομάζεται  κ ρ ά τ ο ς. Το κράτος ή η πολιτεία, που είναι έν και το αυτό, συνιστά ηθικήν προσωπικότητα, ήτοι αποτελεί πρόσωπον με ιδίαν ηθικήν βούλησιν. Επομένως το κράτος μπορεί να χαράσση τα όρια μεταξύ καλού και κακού, μεταξύ ορθού και λάθους, και να μας προσδιορίζη ποίον είναι το καλόν και ποίον το κακόν, ή ποίον είναι το ορθόν και ποίον το λάθος.  
   Η πολιτεία εμφορείται υπό ενός ηθικού ιδεώδους, προς πραγματοποίησιν του οποίου τείνει. Δια τον εθνικισμόν το ηθικόν ιδεώδες του κράτους είναι η προαγωγή της ιδέας του έθνους, προάγουσα δε η πολιτεία την ιδέαν του έθνους, προάγει ταυτοχρόνως και την ζωήν των ανθρώπων, την οποίαν εξυψώνει από πνευματικής και υλικής σκοπιάς. 
    Ως κράτος δια τον εθνικισμόν δεν νοείται είς άψυχος οργανισμός με αποστολήν την προσφοράν υπηρεσιών προς τον κόσμον, δίκην μιάς μεγάλης εταιρείας παροχής εκδουλεύσεων. Η πολιτική φιλοσοφία του εθνικισμού τοποθετεί την σύλληψιν του κράτους εις απολύτως αντίθετον βάσιν. Η πολιτεία συνιστά ζώντα οργανισμόν καταπληκτικής ισχύος. Είναι μία σκεπτομένη δύναμις, η οποία κατευθύνει τον λαόν, εις την πραγματοποίησιν των σκοπών του έθνους. 
    Ούτως, έχομεν το λεγόμενον Eθνικόν Kράτος, η θέλησις του οποίου, περιβεβλημένη της πολιτικής εξουσίας επιβάλλεται εφ’ όλων ανεξαιρέτως, δίχως να υπάρχη εν τω λαώ δύναμις ικανή να αναστείλη και πολύ περισσότερον να αποτρέψη την εφαρμογήν των όσων το κράτος θέλει. Κατά ταύτα ο εθνικισμός πιστεύει και αντιλαμβάνεται το κράτος ως δύναμιν.  Το  κ ρ ά τ ο ς  - δ ύ να μ ι ς  κείται υπεράνω των ατομικών θελήσεων, καθόσον εκείνο εκπροσωπεί την εθνικήν θέλησιν, η οποία υπερτερεί απάντων των λοιπών  ατομικών, ταξικών ή ομαδικών. 
    Δια να επιτυγχάνη όμως το κράτος τον συντονισμόν των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων προς τον κοινόν εθνικόν στόχον, πρέπει να διεισδύη παντού. Συνεπώς η παρουσία της πολιτείας εις όλους τους τομείς και μάλιστα όχι η απλή παρουσία ως θεατού, αλλά η ενεργητική παρουσία ως ουσιαστικού ρυθμιστού και ελεγκτού, αποτελεί δια τον εθνικισμόν προϋπόθεσιν απαραίτητον, δια την λειτουργίαν ενός εθνωφελούς κράτους. Ούτω, γεννάται το  κ ρ ά τ ο ς -κ α θ ο δ η γ η τ ή ς,  το οποίον επεκτείνει την εξουσίαν του εις κάθε ανθρωπίνην ενέργειαν. 
    Η δραστηριότης των ατόμων δεν περιορίζεται ασφυκτικώς και δια λόγους ασχέτους προς το εθνικόν συμφέρον. Η πολιτεία θέτει ένα πλαίσιον εντός του οποίου αφήνεται πάσα ευχέρεια κινήσεως. Το πλαίσιον αυτό υπαγορεύεται, συμφώνως προς το εθνικόν συμφέρον, άρα όποιος κινείται εντός αυτού ωφελεί το έθνος. Το δε δικαίωμά του να επιλέγη μορφάς και τρόπους ενεργείας εντός του πλαισίου είναι αναφαίρετον και συνιστά την ουσίαν της  ε λ ε υ θ ε ρ ί α ς,  η οποία δια τον εθνικισμόν, είναι αξία σεβαστή. Όταν όμως επιδιώκεται δράσις εκτός του πλαισίου, τότε κατά λογικήν ακολουθίαν βλάπτεται το εθνικόν συμφέρον, χάριν άλλων συμφερόντων ατομικών ή ομαδικών, που οπωσδήποτε είναι υποδεέστερα των εθνικών, η τοιαύτη δε υπέρβασις των ορίων του πλαισίου λέγεται  α σ υ δ ο σ ί α,  που, ως αποτελούσα αντικοινωνικήν εκδήλωσιν, απαγορεύεται αυστηρώς. 
    Δια τον εθνικισμόν επίκεντρον του πολιτειακού ενδιαφέροντος δεν είναι το άτομον, αλλά το σύνολον. Μολαταύτα εκ πεποιθήσεως ο εθνικισμός φροντίζει να ευρίσκη την χρυσήν τομήν, ούτως ώστε να ωφελήται η κοινωνία χωρίς να στερήται το άτομον των ελευθεριών που επιθυμεί να απολαμβάνη ως ανεξάρτητος μονάς. 
    Κατά τούτο λοιπόν ο εθνικισμός ακολουθεί την μεσότητα του Αριστοτελικού συστήματος, της οποίας εν προκειμένω το έν άκρον είναι η ατομοκρατία (όπου δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν το κοινωνικόν σύνολον, αλλά υπερτάτη αξία θεωρείται το άτομον) και το άλλο η κοινωνιοκρατία (όπου η προσωπικότης του ατόμου απαλλοτριώνεται υπό της κοινωνικής ομάδος, η οποία και μόνη έχει δικαιώματα).
   Ο εθνικισμός αρνείται αυτάς τας δύο ακραίας θεωρίας και δέχεται την ελευθερίαν του ατόμου, αναπτυσσομένην όμως εντός του πλαισίου το οποίον εξασφαλίζει την ωφέλειαν της κοινωνίας.
   Κατόπιν όσων ελέχθησαν κρίνεται αναγκαίον να διευκρινίσωμεν ποίοι είναι εκείνοι που εξουσιάζουν το κράτος και δι’ αυτού την πολιτικήν εξουσίαν και εκφράζουν την εθνικήν θέλησιν. Ο εθνικισμός, ο οποίος δεν θεωρεί βλακωδώς, όπως ο μαρξισμός, το κράτος ως όργανον της κρατούσης τάξεως, χορηγεί την κρατικήν εξουσίαν εις τους εκλεκτούς, περί των οποίων ωμιλήσαμεν ήδη, και διδάσκει ότι το κράτος ανήκει εις το έθνος συνολικώς, το οποίον έθνος αναλαμβάνει την διακυβέρνησιν του κράτους, δια των φυσικών εκπροσώπων του, που είναι οι εκλεκτοί.  
   Το κράτος, λοιπόν, ως πολιτικός μηχανισμός ανήκει εις το έθνος, το οποίον υπηρετεί και δια του οποίου, μέσω των εκλεκτών, διοικείται.  
   Βεβαίως δια να κυβερνήσουν οι εκλεκτοί χρειάζεται να παρουσιασθούν και να ενεργήσουν, υπό την μορφήν ενός πολιτικού σχήματος. Πρέπει δηλαδή να έχουν μίαν οργάνωσιν, η οποία μας είναι γνωστή με το όνομα: ο λ ο κ λ η ρ ω τ ι κ ό ν   κ ό μ μ α. Το ολοκληρωτικόν ή μοναδικόν ή ενιαίον κόμμα είναι δημιούργημα των τελευταίων χρόνων και συγκεκριμένως ενεφανίσθη εις την Ευρώπην, κατά το διάστημα του μεσοπολέμου. Το ολοκληρωτικόν κόμμα κατ’ αντίθεσιν προς το δημοκρατικόν δεν στηρίζεται επί της αρχής της πλειοψηφίας, αλλά επί της αρχής του  α ρ χ η γ ο ύ.  Αυτό σημαίνει ότι η λειτουργία του δεν βασίζεται ούτε προχωρεί  βάσει των γνωμών της ανευθύνου πλειοψηφίας, αλλά δυνάμει των αποφάσεων του υπευθύνου αρχηγού.  
   Ευθύς εξ αρχής οφείλομεν να διαστείλωμεν τον ολοκληρωτισμόν, εκ του οποίου εμφορείται το ενιαίον κόμμα, από την δικτατορίαν. Άλλο πράγμα το ένα, άλλο πράγμα το άλλο. Η δικτατορία είναι ένα προσωπικόν σύστημα διοικήσεως, δια του οποίου κάποιο άτομο επιβληθέν ασκεί ανεξελέγκτως την πολιτικήν εξουσίαν αποφασίζον κατά το δοκούν και συμφώνως προς σκοπούς, που αυθαιρέτως θέτει. Τουναντίον, ο ολοκληρωτισμός δεν αποτελεί προσωπικόν σύστημα διοικήσεως, αλλά εφαρμόζει  σ υ λ λ ο γ ι κ ή ν  η γ ε σ ί α ν,  το περιεχόμενον της οποίας έχει ως εξής: Ένα συλλογικόν όργανον αποτελούμενον από πλείονα πρόσωπα  (από τα πρόσωπα που εξεκίνησαν την πολιτικήν προσπάθειαν του κόμματος και τα οποία κατόπιν μακρών αγώνων έφθασαν εις την ανωτάτην βαθμίδα της κομματικής ιεραρχίας) αναδεικνύει τον αρχηγόν, ο οποίος ασκεί την εξουσίαν ελεγχόμενος υπό των υπολοίπων μελών της συλλογικής ηγεσίας, και πάντοτε, φυσικά, αγωνιζόμενος προς επιδίωξιν των τεθέντων σκοπών, οι οποίοι δεν ετέθησαν αυθαιρέτως, αλλά εκπηγάζουν από την ιδεολογίαν, την εφαρμογήν της οποίας επιδιώκει το ενιαίον κόμμα.  
   Η ύπαρξις της συλλογικής ηγεσίας συνιστά θεσμόν καινοφανή και ικανόν να αποτρέψη την επιβολήν δικτατορίας. Τα μέλη οφείλουν υπακοήν προς τον αρχηγόν, καθόσον ισχύει η προαναφερθείσα αρχή, πλην όμως η υπακοή ορίζεται εκ ποικίλων παραγόντων, π.χ. εκ της ιδεολογίας, των πράξεων και της εν γένει συμπεριφοράς του αρχηγού. Δηλαδή ουδείς υποχρεούται να υπακούη ενόσον παραβιάζεται η ιδεολογία ή αι πράξεις του αρχηγού θίγουν τους επιδιωκομένους σκοπούς ή η διαγωγή του απάδει προς τας απαιτήσεις και τας αξιώσεις της θέσεώς του ως αρχηγού. Εις αυτάς τας περιπτώσεις, όχι μόνον τα μέλη της συλλογικής ηγεσίας δεν υποχρεούνται να υπακούουν, αλλ’ απεναντίας υποχρεούνται να απειθαρχούν και εν ανάγκη να αντικαθιστούν τον αρχηγόν.  
   Ο ολοκληρωτισμός δεν εμπνέει μόνον την ανωτάτην ηγεσίαν του ενιαίου κόμματος, αλλά ολόκληρον το κόμμα. Πουθενά εις αυτό δεν αποφασίζουν δια της πλειοψηφίας, υπάρχουν βεβαίως αι επιτροπαί και τα συμβούλια, πλην όμως εις αυτά η απόφασις δεν λαμβάνεται δια της συγκεντρώσεως των περισσοτέρων ψήφων, αλλά αφού ο επικεφαλής του συμβουλίου ή της επιτροπής ακούση όλας τας γνώμας, αποφασίζει αυτός ο ίδιος μόνος του και υπευθύνως. Άπαντες δε οι λοιποί οφείλουν να πειθαρχήσουν προς τας αποφάσεις του προϊσταμένου, ο οποίος είναι και ο άμεσος αρχηγός των και ο οποίος λογοδοτεί προς τους ανωτέρους του.  
   Αυτά αναφέρονται εις πολύ γενικάς γραμμάς, καθόσον δεν είναι της παρούσης μελέτης η ανάλυσις του τρόπου λειτουργίας του ολοκληρωτικού κόμματος.

Κ. Πλεύρης

Κονωνιολογία
Εκδόσεις ΗΛΕΚΤΡΟΝ
Σελ.: 126-130

Μπορείτε να διαβάσετε το προηγούμενο άρθρο ΕΔΩ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις