Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΕΛΙΓΑΛΑ

4.5 Η Μάχη του Μελιγαλά

  Ο ΕΛΑΣ άρχισε την επίθεση στον Μελιγαλά γύρω στις 5 η ώρα το πρωί της 13ης Σεπτεμβρίου, παραμονή της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, ημέρα Τετάρτη. Πριν τον πόλεμο, αλλά και στα μετέπειτα χρόνια, την ημέρα του Σταυρού άρχιζε τι ετήσιο μεγάλο πανηγύρι της πόλης που ήταν ξακουστό σε ολόκληρη την άνω Μεσσηνία και ακόμη πιο μακρία.
  Το πανηγύρι είχε επίκεντρο το Μπεζεστένι, ένα μεγάλο χώρο στο νοτιοανατολικό άκρο της πόλης, στην είσοδο του δρόμου από τον νότο,τη Σκάλα και την Καλαμάτα.
  Εκεί, στο Μπεζεστένι, στην πανηγυρίστρα ήταν γραφτό το 1944 ο Μελιγαλάς να δοκιμάσει ένα φρικτό, ένα μαύρο πανηγύρι που γαλουχήθηκε στις μαύρες ψυχές της πολιτικής εμπάθειας του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ, και εκτελέστηκε με περίσσια ανθρώπινη βαρβαρότητα.
Ο Γ. Μ. παιδί τότε, είδε το ξεκίνημα της μάχης, αλλά και πολλά από τα γεγονότα που ακολούθησαν. Ακολουθεί απόσπασμα από την μαρτυρία του:
“Τον Σεπτέμριο του '44 με την οικογένειά μου μέναμε στο κτήμα μας έξω από το Μελιγαλά προς τη Σκάλα. Είχε φτιάξει ο πατέρας μου ένα πρόχειρο σπιτάκι και εκεί μέναμε. Μιά μέρα ήρθε ο αδερφός της μάννας μου από του Κατσαρού και μας είπε:
   -“Κατεβαίνουν οι αντάρτες να χτυπήσουν τον Μελιγαλά. Πρέπει να φύγετε από εδώ”.
   - Να φύγουμε αλλά και που να πάμε, δεν μου λες.
  Ο πατέρας μου εκείνο το κρύφτηκε μέσα σε κάτι πατουλιές (θάμνους).
  Εγώ κρύφτηκα με τη μάννα μου πιο πέρα.
  Το ίδιο βράδυ πλακώσανε μιλιούνι οι αντάρτες. Πιάσανε το σπιτάκι μας και το κάνανε στρατηγείο τους. Λίγα μέτρα πιο πέρα, από την άλλη μεριά του δρόμου, στήσανε ένα μεγάλο κανόνι. Είπανε ότι το φέρανε από το λιμάνι της Καλαμάτας. Δεν είχε βάση και το πλακώνανε με πέτρες όταν έβαζε. Απέξω από το σπιτάκι μας ήταν 3 ελιές. Υπάρχουν ακόμη. Εκεί είχαν κρεμάσει τα τηλέφωνα που είχαν απλώσει να συνεννοούνται.
  Κατά τα χαράματα άρχισε η μάχη.
  Το κανόνι. Οι όλμοι. Φασαρία... κακό.
  Τις διαταγές εκεί τις έδινε ένας Ρίων, δάσκαλος από ένα χωριό της Πυλιάς (σ.σ. σίγουρα θα πρόκειται για τον δάσκαλο Γιάννη Μιχαλόπουλο, ψευδώνυμο Ωρίων. Ως καπετάνιος της 9ης ταξιαρχίας του ΕΛΑΣ που ήταν, θα είχε και το γενικό πρόσταγμα πάνω από όλους τους στρατιωτικούς).
  Εμείς κρυμμένοι. Αλλά το μεσημεράκι, βγήκαμε σιγά-σιγά, και μπλέξαμε με τους αντάρτες. Δεν μας γνώριζε κανένας απ΄ αυτούς που ήταν εκεί. Και εμείς αρχίσαμε, “συναγωνιστή” το έναν, “συναγωνιστή” τον άλλον. Τι να κάνουμε, απαγορευόταν άλλη λέξη να πεις τότε. Αφού είμαστε και μεις απ΄ έξω (από τον Μελιγαλά) οι αντάρτες μας πέρασαν για δικούς τους. Πήρανε και τον πατέρα μου πέρα στο Λέζαγα να κουβαλήσει τραυματίες αντάρτες. Η μάχη συνεχιζότανε δυνατή.
  Ο Ωρίων πάντα στο τηλέφωνο και έδινε συνέχεια οδηγίες και διαταγές.
  Εδώ ήτανε τότε και ένας λοχαγός του πυροβολικού, Καλογερόπουλος Κωνσταντίνος, ο οποίος έριξε μερικές βολές με εκείνο το βαρύ πυροβόλο, κι επειδή οι οβίδες δεν πήγαν στο στόχο τους αλλά έπεσαν στους δικούς τους, τον έκλεισαν μέσα στο σπίτι το δικό μας.
  Τον έβαλαν να κάθεται κάτω.
  Μετά ανάθεσαν τη δουλειά αυτή σε έναν άλλο λοχαγό από τη Μερόπη, ένα Μητσάκο Ιωάννη. Έριξε και αυτός μερικές, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
  Τον έδιωξαν και αυτόν.
  Το πυροβόλο δεν ήταν καλό, χωρίς βάση, αλλά και αυτοί οι αξιωματικοί άκουσα ότι δεν ήταν κομμουνιστές. Είχαν πάει στο βουνό από ανάγκη. Τους είχαν πιάσει και τους είπαν, ή έρχεσαι μαζί μας ή θα σε σκοτώσουμε, και έτσι πήγαν. Γι΄ αυτό μπορεί να μην ρίχνανε οβίδες στον Μελιγαλά.
  Στο τέλος ήρθε κάποιος άλλος και έριξε δυό-τρείς βολές με το βαρύ πυροβόλο που πέσανε μέσα στο Μελιγαλα...”

  “...Ό πατέρας μου είχε μπλεχτεί τελείως με αυτούς (σ.σ. αντάρτες του ΕΛΑΣ) και έβλεπε και άκουγε τι γινότανε. Μετά τα γεγονότα, μας έλεγε ότι την τρίτη ημέρα της μάχης που έπεσε ο Μελιγαλάς, έπαιρναν τον Ωρίωνα στο τηλέφωνο και του ζητούσανε πυρομαχικά. Σε πολλές μονάδες, τους είχαν τελειώσει. Οι αντάρτες είχαν 10 χιλιάδες σφαίρες στον Άκοβο, αλλά μέχρι που να 'ρθουν από εκεί με τα άλογα ήθελαν πολλές ώρες. Εκείνη την ώρα ήτανε που γινότανε η διαπραγμάτευση εδώ πίσω στο Σουλαδέϊκο ποτάμι. Είχε βγει η δική μας επιτροπή από την πόλη και συζητούσε την παράδοση. Ο Ωρίων φαίνεται ότι ήξερε τις πονηριές που είχανε κάνει, διότι τους έλεγε συνέχεια να συνεχίσουν την επίθεση όπως μπορούν για λίγο ακόμη, έστω και με τα δόντια.
  Πραγματικά σε λίγη ώρα ήρθε απότομα και αναπάντεχα το τέλος.
  Έπεσε ο Μελιγαλάς!
  Έγινε η συνθηκολόγηση και μπήκαν μέσα οι αντάρτες.
  Με το μέσα που μπήκανε έγινε το μεγάλο κακό.
  Όποιος ήθελε σκότωνε όποιον ήθελε, όποιον έβλεπε μπροστά του, δεν ρώταγε τίποτα.

  Το φθηνότερο είδος τότε στον Μελιγαλά ήταν ο άνθρωπος...”!

* μαγνητοφωνημένη συνέντευξη στον συγγραφέα, Μάϊος 2008

Το διαβάσαμε από: Η πηγάδα του Μελιγαλά και ο Άρης Βελουχιώτης
Του: Ιωάννη Κ. Μπούγα
Εκδόσεις: ΠΕΛΑΣΓΟΣ
Σελίδες: 62 - 63, 68

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις